Ομιλία στις 10/07/15 στα Νικομήδεια 2015 Αρχιμ. Συμεών Αυγουστάκη

Ομιλία στις 10/07/15 στα Νικομήδεια 2015

Αρχιμ. Συμεών Αυγουστάκη

 

Άγιος Παΐσιος

 

Ο σύγχρονος και εκκοσμικευμένοςάνθρωπος διερωτάται πολύ συχνά με απορίες του τύπου: Υπάρχουν Άγιοισήμερα; Γιατί δεν τους βλέπουμε; Πώς είναι ένας Άγιος;Σχηματίζοντας έτσι την εντύπωση πως ο Άγιος είναι κάτι το εξωπραγματικό. Ξεχνάει, όμως, πως ο στόχος του κάθε Χριστιανού πρέπει να είναι αυτός, να θέλει δηλαδή να γίνει Άγιος!«Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτιἐγὼἅγιόςεἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1,16). Να ζει διαρκώς μέσα στη χαρά της Εκκλησίας αγαπώντας το Θεό και το συνάνθρωπο: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοίααυτής: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μτ.22, 36 ).

Στα ερωτήματα αυτά έδωσε απαντήσεις ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, που όπως όλοι γνωρίζουμε, έζησε τον περασμένο αιώνα.

Ο Άγιος Παΐσιος Εζνεπίδης γεννήθηκε την ημέρα μνήμης της Αγίας Άννης, στις 25 Ιουλίου 1924, στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Γόνος πολύτεκνης οικογένειας, με ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ τον διακατείχε μεγάλη αγάπη και αφοσίωση προς τον Άγιο Αρσένιο τον Χατζηεφέντη, γνωστό στους περισσότερους ως τον «Καππαδόκη».

Τις ημέρες που μόλις είχε γεννηθεί ο μικρός Παΐσιος, οιΈλληνες της Τουρκίαςξεριζώθηκαν. Το 1924, ο Ελληνισμός της Καππαδοκίας ακολούθησε το δρόμο του Ελληνισμού της Πόλης, του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας. Οι υποχρεωτικές ανταλλαγές των Ελλήνων με τους Τούρκους ανάγκασαν τους Έλληνες αυτούς να εγκαταλείψουν τη Γη τους και να μεταβούν από την εχθρική κεμαλική Τουρκία στην αφιλόξενη γι’ αυτούς Ελλάδα.

Λίγο πριν ξεκινήσουν το προσφυγικό ταξίδι για την Ελλάδα, ο Ιερέας τους, ο Άγιος Αρσένιος, προέβη στη βάπτιση όλων των αβάπτιστων παιδιών των Φαράσων. Ο Πρόδρομος Εζνεπίδης, ο πατέρας του Αγίου Παϊσίου, στις 7 Αυγούστου 1924 βάπτισε το νεογέννητο παιδί του στον Άγιο Αρσένιο έχοντας σκοπό να του δώσει το όνομα του πατέρα του, Χρήστος.Ο Άγιος Αρσένιος είδε με τα μάτια της ψυχής, ότι το βρέφος αυτό θα διαδραμάτιζε σπουδαίο ρόλο μέσα στο μοναχισμό, οπότε ζήτησε την ώρα της βάπτισης από τους γονείς του μωρού να δώσει στο προς το βάπτισμα βρέφος το όνομά του, να λάβει δηλαδή το μωρό το όνομα Αρσένιος. Μάλιστα, είπε χαρακτηριστικά: «Εσείς, καλά, θέλετε ν’ αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω ν’ αφήσω καλόγερο στο πόδι μου;» και στη συνέχεια λέει στην ανάδοχο: «Αρσένιο θα το πεις!»

Μετά τη βάπτισή του μωρού τους, αναχώρησε η οικογένεια Εζνεπίδη για την Ελλάδα. Μετά πολλών δυσκολιών, καραβάνια προσφύγων, νέοι, γέροι και παιδιά, με θλιμμένα πρόσωπα, άφησαν πίσω τους τις χαμένες πατρίδες μας, και στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924, την ημέρα του Τιμίου Σταυρού, έφτασαν στον Πειραιά, στον Άγιο Γεώργιο. Εκεί διέμειναν επί τρεις εβδομάδες, και στη συνέχεια μετέβηκαν στην Κέρκυρα, όπου παρέμειναν στο Κάστρο.

Στην Κέρκυρα έζησε ο μικρός Αρσένιος με την οικογένειά του για ενάμιση χρόνο. Κατόπιν πήγαν σ’ ένα χωριό κοντά στην Ηγουμενίτσα και κατέληξαν στην Κόνιτσα.

Ο Άγιός μας γαλουχήθηκε με νουθεσία Κυρίου από τους γονείς του. Από την πρώιμηπαιδική του ηλικία είχε αποφασίσει να αφοσιώσει όλη τη ζωή του στο Χριστό. Μέσα του ήξερε ότι ήθελε να γίνει μοναχός, αγαπούσε το Χριστό, το σπίτι του ήταν η Εκκλησία, έφευγε στο δάσος πολύ συχνά, όπου και προσευχόταν. Ο πόθος του να γίνει μοναχός ήταν τόσο μεγάλος, που οι γονείς του τού έλεγαν ότι όταν θα βγάλει γένια θα μπορέσει να φύγει από το σπίτι για να γίνει μοναχός, και πως εάν χτενίζει το πρόσωπό του, θα βγάλει πιο γρήγορα γένια, με αποτέλεσμα να χτενίζει συνέχεια τα μάγουλά του.

Εκεί ο Άγιός μας φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο, όπου έλαβε το απολυτήριο του με βαθμό οχτώ και με διαγωγή εξαίρετη. Δεν συνέχισε το σχολείο, και μέχρι να μεγαλώσει και να πάει στο στρατό κι έπειτα να μονάσει, εργάσθηκε ως ξυλουργός. Του άρεσε πολύ να επεξεργάζεται το ξύλο,κάτι που αργότερα υπήρξε εμφανές σε όλους που τον γνώρισαν, καιιδιαίτερα με τις ευλογίες (ξύλινα σταυρουδάκια και εικονίσματα) που έδινε σε όποιον τον επισκεπτόταν στο κελί του. Υπήρξε ελεήμων νέος,που όταν έβλεπε ότι κάποιος άνθρωπος αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, δεν λάμβανε το τίμημα της εργασίας του, και όταν τύγχανε να πεθάνει κάποιος και του παράγγελναν να φτιάξει το φέρετρο, το έφτιαχνε χωρίς ποτέ να πάρει χρήματα, αναλογιζόμενος τη θλίψη που έφεραν οι συγγενείς του νεκρού. Προσπαθούσε με αυτόν τον τρόπο να κάνει ό,τι μπορούσε για να μαλακώσει τον πόνο τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Άγιός μας μεγάλωσε σε χρόνια που υπήρχε μεγάλη φτώχια και πόνος, αφού τα χρόνια που εργαζόταν ήταν τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, κατά τα οποία ο θάνατος ήταν πολύ οικείος στον άνθρωπο.

Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας-Τουρκίας, η εφηβική του ηλικία έλαβε χώρα κατά την περίοδο της κατοχής,ενώ η στρατιωτική του θητεία κατά τις θλιβερές ημέρες που το Έθνος των Ελλήνων χωρίστηκε στα δύο, ήτοι κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Το 1945, ο νεαρός πλέον Αρσένιος κατατάχτηκε στο Στρατό. Με υπευθυνότητα και ευσυνειδησία πέρασε τη θητεία του στο Στρατό υπακούοντας πάντα τους ανωτέρους του. Ειδικεύτηκε στον ασύρματο αποκτώντας έτσι ο Ελληνικός Στρατός έναν καλό και τίμιο ασυρματιστή. Όταν ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες του Ελληνικού Στρατού εναντίον των ανταρτικών δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας), αναγκάσθηκε ο ασυρματιστής-διαβιβαστής Αρσένιος να βρεθεί στις μάχες. Ζητούσε πάντα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του πολέμου προτιμώντας έτσι να βρίσκεται εκείνος σε κίνδυνο και όχι κάποιος άλλος. Ενώ τους παντρεμένους με παιδιά τους προέτρεπε να μεταβούν στα μετόπισθεν. Στον εμφύλιο πόλεμο ήταν παρών στην πρώτη γραμμή από τη θέση του ασυρματιστή, ήταν δίπλα στο θάνατο, δεν φοβήθηκε το θάνατο, είδε το θάνατο. Όπως λέγουν οι τότε συμπολεμιστές του, ο στρατιώτης Αρσένιος παιδευόταν με τις ώρες για να πιάσει σήμα με τον ασύρματο, να το αποκρυπτογραφήσει και να το δώσει στοΔιοικητή του, υπήρξε γενναίως στρατιώτης, σήκωνε το βαρύ ασύρματο και τον κουβαλούσε με φόβο να μην τον πάρουν οι αντίπαλοι. Ο Αρσένιος ήταν πρότυπο στρατιώτη, γι’ αυτό το 1949 απολύθηκε με διαγωγή «Εξαίρετη».

          Μετά το πέρας της θητείας του ο Αρσένιος έφυγε για το Άγιο Όρος, για τον τόπο όπου ποθούσε να ζήσει, να ζήσει και να βιώσει το μοναχισμό, αλλά τον ενοχλούσε ο λογισμός ότι είχε αφήσει τις αδελφές του χωρίς να τις έχει αποκαταστήσει. Αυτό μετά από λίγους μήνες παραμονής του στο περιβόλι της Παναγίας, τον οδήγησε ξανά για λίγο στον κόσμο, στην Κόνιτσα. Μετά από ένα χρόνο, το 1950, και σε ηλικία 26 ετών έχονταςτακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του με τους οικείους του, εγκαταλείπει οριστικά τα εγκόσμια. Την πρώτη βραδιά φιλοξενείται ο νεαρός Αρσένιος, στο Λαυρεώτικο Κελί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, το οποίο βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Στη συνέχεια πηγαίνει στη Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο Κελί των Εισοδίων, όπου συναντάει ένα χαρισματούχο και ενάρετο πνευματικό, τοΓέροντα Κύριλλο, τον ασκητή εξ Αγρινίου, μετέπειτα Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου. Δυστυχώς, μερικοί μοναχοί μέσα από την εν λόγω σκήτη δεν άφησαν τονεαρό Αρσένιο να παραμείνει ως δόκιμος στη σκήτη, διότι πολύ πιθανό να έβλεπαν στο πρόσωπο του Αρσενίου, ενός ενάρετου νέου, τη χάρη του Θεού. Αλλά το μικρό χρονικό διάστημα που παρέμεινε στη σκήτη αυτή δίπλα στο μακαριστό Γέροντα Κύριλλο ήταν αρκετό, ώστε να ωφεληθεί αρκετά από το μεγάλο του αγώνα, από τις νηστείες και τις μακρές αγρυπνίες του. Ο Γέροντας Κύριλλος βλέποντας πως δεν μπορεί για τους λόγους που προείπαμε να παραμείνει ο Αρσένιος στη σκήτη, τον στέλνει το έτος 1950 να δοκιμαστεί ως δόκιμος μοναχός στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου, μία εκ των Μονών του Αγίου Όρους, η οποία τότε – βέβαια – δενδοκιμαζόταν από την πλάνη του ζηλωτισμού. Πάντως, ο Αρσένιος διατήρησεπυκνή επικοινωνία με το Γέροντα Κύριλλο, ενώ πολύ συχνά τον επισκεπτόταν, προκειμένου να λαμβάνει τις σοφές συμβουλές του.

          Ο Δόκιμος πλέον Αρσένιος επέδειξε αξιέπαινο ζήλο στην υπακοή. Ό,τι του επεδείκνυε ο Γέροντάς του, το έπραττε με μεγάλη ευχαρίστηση και χαρά, αγαπούσε όλους τους Πατέρες της Μονής, χωρίς να κάνει διακρίσεις, και έκανε υπακοή σε όλους ταπεινώνοντας έτσι τον εαυτό του. Στα διακονήματα της Μονής ήταν πρώτος προσπαθώντας να μένει όσο περισσότερο μόνος του, όχι γιατί ήταν αντικοινωνικός, αλλά για να μπορεί να προσεύχεται. Και αφού τελείωνε τα διακονήματά του, δεν αποσυρόταν στο κελί του να ξεκουραστεί, αλλά έτρεχε στους αδύναμους συμμοναστές του, προκειμένου να τους βοηθήσει να τελειώσουν γρηγορότερα τις δικές τους δουλειές. Κι αυτό διότι δεν μπορούσε να αισθάνεται ότι εκείνοςαπολάμβανε την ησυχία του κελιού του, ενώ κάποιοι άλλοι μοναχοί εργάζονταν μέχρι αργά.

          Μελετούσε πάρα πολύ την Καινή Διαθήκη, τους βίους των Αγίων, το Γεροντικό, ενώ δεν αποχωριζόταν ποτέ τον Αββά Ισαάκ· και στον ύπνο του ακόμα είχε το βίο του κάτω από το μαξιλάρι του.

          Ο Αρσένιος δεν εμπιστευόταν καθόλου το λογισμό του, αλλά με αρκετή ταπείνωση, χωρίς να υπακούει στο δικό του θέλημα, ρωτούσε για τα πάντα το Γέροντά του, αφού προσευχόταν προηγουμένως για τονΓέροντα του, ώστε να μπορεί να καθοδηγείται απ’ αυτόν θεάρεστα.

          Τον ευχαριστούσε υπέρμετρα να επισκέπτεται στα κελιά τους, χαριτωμένα γεροντάκια και πνευματοφόρους πατέρες, να παίρνει την ευχή τους και να ομιλεί με αυτούς με τις ώρες ακούγονταςαχόρταγα τις πνευματικές τους συμβουλές. Σαν μέλισσα μάζευε έτσι την πνευματική γύρη, ώστε να παράγει αργότερα το πνευματικό του μέλι, το οποίο γεύθηκαν με ανακούφιση τόσες πάσχουσες, δοκιμαζόμενες ψυχές.

          Βλέποντας ο Γέροντας του Αρσενίου την πνευματική του πρόοδο, αποφάσισαν να προβούν στην Σκήτη στην τελετή της Ρασοευχής το 1954 και να του δώσουν το όνομα Αβέρκιος.

          Μετά από λίγους μήνες αναγκάστηκε, δυστυχώς, να εγκαταλείψει την Ιερά Μονή Εσφιγμένου λόγω διαφόρων καταστάσεων που επικρατούσαν εκεί. Πολύ πιθανόν κατ’ εμέ να δέχτηκε ο νέος Αβέρκιος την πνευματική αντιζηλία των συμμοναστών του, και να προτίμησε να αποχωρήσει παρά να προβεί σε ίντριγκα. Με την ευλογία του Γέροντά του λοιπόν αναχώρησε για την Ιερά Μονή Φιλοθέου. Εκεί μόναζε ένας θείος του, και πολύ πιθανόν να ήταν αυτός ο λόγος που να τον έλκυσε να εγκαταβιώσει στο εν λόγω μοναστήρι. Η Ιερά Μονή Φιλοθέου την εποχή εκείνη ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι, και ο Αβέρκιος υποτάχτηκε στο Γέροντα Συμεών, σε έναν ενάρετο μοναχό. 

          Κι εκεί ο νέος ρασοφόρος Αβέρκιος ακολούθησε το ίδιο τυπικό που εφάρμοζε και στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Συνέχιζε, δηλαδή, το φιλότιμο αγώνα του με πολλή προσευχή, νηστεία, εγκράτεια, μελέτη, και με το να βοηθάει όσο μπορούσε τους συμμοναστές του, ιδίως τους αδύναμους και ηλικιωμένους.

          Διακρίνοντας λοιπόν ο Γέροντας Συμεών τον αγώνα του Αβερκίου, το 1956 προέβη στην Ιερά Μονή Φιλοθέου στην Κουρά αυτού εις μικρόσχημο μοναχό, δίνοντάς του το όνομα Παΐσιος, προς τιμήν του τελευταίου Μητροπολίτου Καισαρείας Παϊσίου, για το λόγο ότι ήταν συγχωριανοί από τα Φάρασα της Καππαδοκίας.

          Ο Μοναχός πλέον Παΐσιος διακρίθηκε για την πολλή κι εντατική του άσκηση στο Μοναστήρι, ενώ τον διέκρινανόλο και περισσότερο τα Χαρίσματα από τον Θεό. Ο Μοναχός Παΐσιος έβλεπε τους αδελφούς του στο Μοναστήρι να πέφτουν σε αμαρτίες, αλλά όχι μόνο δεν τους διαπόμπευε, ούτε τους κατέκρινε. Με τον ιδιαίτερο τρόπο του τους βοηθούσε να σηκωθούν. Επίσης,ασκούσεσφοδρή κριτική σε όσους γενικά κατέκριναν τον αδελφό τους.

          Κι ενώ ο Παΐσιος βίωνε το Μοναχισμό στο Περιβόλι της Παναγίας, στο Άγιο Όρος, το 1958 συντοπίτες του από το Στόμιο Κόνιτσας τον επισκέφθηκαν και του ζήτησαν να αφήσει για λίγο το Άγιο Όρος, και να τους βοηθήσει στον κόσμο, διότι η λαίλαπα του Προτεσταντισμού είχε εξαπλωθεί στην ευρύτερη περιοχή και μόλυνε τις ψυχές του απλού κόσμου. Αφού ο Παΐσιος έλαβε εσωτερική πληροφορία ότι ήταν θέλημα Θεού και αφού βέβαια πήρε την ευλογία του Γέροντά του, αναχώρησε για τον κόσμο. Εκεί έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου, στο Στόμιο της Κόνιτσας. Εκεί έρχεται για πρώτη φορά στη μοναστική βιωτή του σε επαφή με τον απλό κόσμο. Με πολλή απλότητα πλησιάζει τις ψυχές της Κόνιτσας, και χωρίς να είναι σπουδαγμένος Θεολόγος,αλλά ένας εκκλησιαστικός άνδρας με αρκετό για την ηλικία του πνευματικό υπόβαθρο, ως αποτέλεσμα της μοναστικής ασκήσεως που έζησε στο Άγιο Όρος, βοήθησε χιλιάδες ψυχές, άλλες να επιστρέψουν στην ορθή πίστη της Ορθοδοξίας μας και άλλες να μη χαθούν στην αίρεση του Προτεσταντισμού. Τέσσερα χρόνια ήταν αρκετά για να απαλειφθεί η αίρεση αυτή από την Κόνιτσα.Το 1962 αισθάνθηκε ο Άγιος, ότι με τη χάρη του Θεούείχε εκπληρώσει την αποστολή του στον κόσμο.

          Επόμενος σταθμός του Αγίου Γέροντός μας ήταν το Θεοβάδιστο Όρος Σινά. Το 1962, λοιπόν, μεταβαίνει από την Κόνιτσα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά, στο Κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, πλησίον της Ιεράς Μονής. Πολύ πιθανόν να τον ώθησαν στην απόφασή του αυτή οι ιστορίες που διάβαζε ο Άγιος Παΐσιος από το Γεροντικό, ιστορίες που είχαν διαδραματιστεί στην έρημο της Αιγύπτου, όπως και οι βίοι των μεγάλων σε άσκηση Αγίων, οι οποίοι είχαν ασκητέψει στα πέριξ της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά.

          Στο κελί αυτό ο Άγιός μας δεν έμενε αδρανής, δηλονότι πέραν των μοναστικών του καθηκόντων, δούλευε πολλές ώρες την ημέρα φτιάχνοντας ξυλόγλυπτα.Με τα χρήματα που κέρδιζε, αγόραζε τρόφιμα και τα μοίραζε στους Βεδουΐνους. Αυτοί οι άνθρωποι τον αγαπούσαν πάρα πολύ, τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν, και σίγουρα η επικοινωνία τους θα ήταν πολύ δύσκολη, για το λόγο ότι ο Άγιος δεν ομιλούσε την Αραβική ούτε οι Βεδουΐνοι την ελληνική, πέραν των στενών συνεργατών της Μονής. Συναναστράφηκε, βέβαια, και με τους αδελφούς της Ιεράς Μονής Σινά. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο τότε διάκονος και νυν Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά, ο Αρχιεπίσκοπος Σινά κ. Δαμιανός.Η πνευματική συναναστροφή του Αγίου με τους πατέρες εκείνους, όπως μαρτυρεί σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Σινά κ. Δαμιανός, μόνο πνευματοφόρος υπήρξε για τους μοναχούς εκείνους.

          Η καρδιά του Παϊσίου,όμως, βρισκόταν στο Άγιον Όρος, εκεί όπου έκανε τα πρώτα του μοναστικά βήματα, εκεί όπου βίωσε το μοναχισμό, οπότε μετά από 2 χρόνια παραμονής στην Αίγυπτο, πλησίον της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά, επέστρεψε το 1964 στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη των Ιβήρων, στο Κελί των Αγίων Αρχαγγέλων.

          Στο κελί της Σκήτης αυτής, ο Παΐσιος συνέχισε τον πνευματικό του αγώνα, αλλά άρχισε ο Θεός να τον δοκιμάζει στην υγεία του, για να δει τη δύναμη της πίστης και της υπομονής του. Έτσι λοιπόν,ύστερα από 2 χρόνια αναγκάσθηκε να αφήσει το Άγιο Όρος, για να νοσηλευτεί για αρκετούς μήνες στο Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου του αφαιρέθηκε μεγάλο τμήμα των πνευμόνων, λόγω του ότι υπέφερε αρκετά και για μεγάλο χρονικό διάστημα από βρογχεκτασία.

          Τους μήνες εκείνους, που ο Άγιος Παΐσιος νοσούσε στο κρεβάτι του πόνου, δημιουργήθηκε μία πνευματική σχέση ζωής. Όλοι γνωρίζουμε την ύπαρξη της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή. Όλοι ξέρουμε ότι εκεί βρίσκεται ο τάφος του Αγίου μας, αλλά πολλοί από εμάς δεν γνωρίζουμε από πότε χρονολογείται η εν λόγω σχέση και πώς δημιουργήθηκε.

Το 1965 γνώρισε ο Άγιος Παΐσιος το μακαριστό Αρχιμανδρίτη Πολύκαρπο Μαντζάρογλου, γνωστό κληρικό της πόλεως της Θεσσαλονίκης και της Αλεξανδρούπολης από τη ζωή και τη δράση του. Ο μακαριστός πατέρας Πολύκαρπος τον βοήθησε πάρα πολύστο θέμα της υγείας του, ήταν αυτός που του βρήκε γιατρό, αυτός που μεσίτευσε στο να γίνει γρήγορα το χειρουργείο του ασθενούς Γέροντα,λόγω των αναβολών που έφερε το νοσοκομείο Παπανικολάου, και αυτός που μερίμνησε στο να εξασφαλίσει δέκα φιάλες αίμα για το χειρουργείο.Θα ήταν σκόπιμο να αναφέρουμε ότι μία αναβολή οφειλόταν στην ευαισθησία του Αγίου Παϊσίου. Ένα μικρό παιδί που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο εκείνο το διάστημα, είχε μέσα σε κάποιο βρόγχο του ένα φυλλαράκι από πουρνάρι, και αυτό το έκανε και υπέ­φερε. Ο Άγιος Παΐσιος έδωσε τη σειρά του στο άρρωστο παιδί, οπότε η δική του επέμβαση καθυστέρησε και πάλι.

Την περίοδο εκείνη υπήρχαν 20 κοπέλες πνευματικά τέκνα του πατρός Πολυκάρπου, του νέου φίλου του Αγίου μας, που ποθούσαν να γίνουν μοναχές. Οι γυναίκες αυτές μαζί με άλλα πνευματικά παιδιά του πατρός Πολυκάρπου έδωσαν αίμα για τον Άγιο και τον βοήθησαν κατά το μακρύ χρονικόδιάστημα που ήταν κλινήρης στο νοσοκομείο, όπως και τον φιλοξένησαν στα σπίτια τους, μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στον Άθωνα.

Τις ημέρες εκείνες είχε απορρίψει την αίτηση του πατρός Πολυκάρπου ο μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου για τη σύσταση μοναστικής αδελφότητος στη μητροπολιτική περιφέρεια της Θεσσαλονίκης. Παρουσία του Αγίου Παϊσίου ανακοίνωσε ο Γέροντας Πολύκαρπος την αρνητική απάντηση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης στις 20 νέες γυναίκες για την ίδρυση νέας μονής. Τότε ο Άγιος Παΐσιος πρότεινε ακόμα και τον τρόπο,με τον οποίο έπρεπε να απευθυνθούν στο μακαριστό Μητροπολίτη Κασσανδρείας Συνέσιο, ώστε εκεί να συσταθεί η νέα μοναστική αδελφότητα. Όπερ και εγένετο! Τον Οκτώβριο του 1967 εγκαταστάθηκαν οι πρώτες δέκα αδελφές στη νέα αυτή μονή, που δεν ήταν άλλη από την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής.

Ιδρυτής και Πνευματικός της Μονής αυτής ήταν ο Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Μαντζάρογλου. Ο Άγιος Παΐσιος επισκεπτόταν πάρα πολύ συχνά από το Άγιο Όρος το γυναικείο μοναστήρι της Σουρωτής και έμενε εκεί για λίγο. Η προσφορά του ήταν καθαρά πνευματική, και ποτέ δεν αναμείχθηκε σε κτιριακές ή άλλες υποθέσεις. Επιθυμία του Αγίου μας ήταν να του φτιάξουν ένα μικρό καλυβάκι στο βουνό, ώστε όταν επισκεπτόταν το μοναστήρι, να μένει εκεί, χωρίς να είναι μέσα στα πόδια των μοναζουσών.

Μετά την αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας του, το 1968, ο Άγιος δέχτηκε πρόταση από την Ιερά Μονή Σταυρονικήτα στο Άγιο Όρος, ώστε να βοηθήσει τους εκεί εγκαταβιούντες μοναχούς στη μετατροπή του Μοναστηριού από Ιδιόρρυθμο σε Κοινόβιο. Ο Άγιος Γέροντας δέχτηκε το κάλεσμα του Μοναστηριού προσφέροντας εκεί υπηρεσίες χειρωνακτικές και πνευματικέςστη θεμελίωση της Αδελφότητας.

Την περίοδο εκείνη ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό Κελί του Τιμίου Σταυρού μία μεγάλη πνευματική κι αγία μορφή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ο γνωστός Παπά-Τύχων.

Εκεί ήλθαν σε επικοινωνία οι δύο μεγάλες άγιες μορφές. Ο Άγιος Παΐσιος μετέβαινε τακτικά στο κελί του Γέροντος Παπά-Τύχωνος. Εκεί ο Άγιος μας έψαλλε κατά τις Θείες Λειτουργίες που τελούσε ο μεγάλος ρώσος Άγιος Γέροντας. Εκείνο τον καιρό, ύστερα από προτροπή του Παπά-Τύχωνος, εκάρη από αυτόν ο Άγιος Παΐσιος Μεγαλόσχημος Μοναχός.

Πλησιάζοντας το τέλος του Παπά-Τύχωνος και έχοντας διαισθανθεί από τη χάρη του Θεού ότι πλησιάζει η στιγμή που θα συναντήσει το Θεό-Πατέρα, παρακάλεσε τον Άγιο Παΐσιονα μείνει μαζί του, ώστε να του προσφέρει κάποια βοήθεια τις τελευταίες αυτές δέκα ημέρες προτού φύγει από αυτήν την πρόσκαιρη ζωή. Εκεί ο Γέροντας Άγιός μας υπηρέτησε τον Παπά-Τύχωνα με μεγάλη αυτοθυσία προσφέροντας του κάθε βοήθεια που χρειαζόταν για να τον ανακουφίσει, όπως και για να μεριμνήσει για την ταφή του. Ο Άγιος Παΐσιος μάς διηγείται ότι τις ημέρες αυτές που παρέμεινε κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού γι’ αυτόν, γιατί βοηθήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, βλέποντας πόσο ζεστά είχε πάρει ο Παπά-Τύχων το θέμα της σωτηρίας της ψυχής. Το εσπέρας της εορτής του Γενεθλίου της Θεοτόκου παρουσιάσθηκε στον Παπά-Τύχωνα η Παναγία και του ανακοίνωσε ότι μετά την εορτή της θα τον πάρει μαζί της, όπερ και εγένετο. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1968, λίγες ημέρες μετά την εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, αναπαύτηκε εν Κυρίω ο μεγάλος Άγιος Γέροντας Παπά-Τύχων.

Όσο ζούσε ακόμα ο Παπά-Τύχων, είχε παρακαλέσει τον Άγιόμας, μετά το θάνατό του να μείνει στο κελί του, και έτσι λοιπόν ο Άγιος Παΐσιος εγκαταστάθηκε κατά την επιθυμία του Παπά-Τύχωνος στο Κελί του Τιμίου Σταυρού.

Η παρουσία του μακαριστού πλέον Γέροντος Παπά-Τύχωνος στη ζωή του Αγίου Παϊσίου ήταν αισθητή και μετά την κοίμηση του πρώτου. Είχε υποσχεθεί ο Παπά-Τύχων να τον επισκέπτεται κάθε χρόνο. Άφησε να περάσουν τρία χρόνια, και ενώ ο Άγιός μας στενοχωριόταν που δεν του εμφανιζόταν, στις 10 Σεπτεμβρίου 1971 το βράδυ μετά το μεσονύκτιο, όταν προσευχόταν, είδε ξαφνικά το μακαριστό Παπά-Τύχωνα να μπαίνει στο κελί! Πετάχτηκε, όπως μας λέει ο Άγιος Παΐσιος σε διηγήσεις του, του έπιασε τα πόδια και τα φιλούσε με ευλάβεια.Εκείνος ξεγαντζώθηκε από τα χέρια του, και καθώς προχωρούσε, τον είδε να μπαίνει στο ναό. Ο Άγιος Γέροντας Παπά-Τύχων επισκέφθηκε και άλλες φορές τον Άγιό μας, και μαρτυρείται ότι όντως τον επισκεπτόταν κάθε χρόνο.

Στο κελί του Αγίου Γέροντα Τύχωνος, ο Άγιος Παΐσιος διέμεινε για μία δεκαετία περίπου, μέχρι που στις 13 Μαΐου του 1979 έφυγε από την Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, και οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη που κατείχε πλέον, γράφτηκε σαν εξαρτηματικός μοναχός της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, οπότε εγκαταβίωσε στο Κάθισμα της Μονής Παναγούδα, αφού προηγουμένως το είχε μετατρέψει σε κελί και του είχε δώσει το ανάλογοομόλογο.

Στο κελί εκείνο έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Και υπήρξε η περίοδος της ζωής του Αγίου μας που την αφιέρωσε στο συνάνθρωπό του. Η κίνηση αυτή, στο να διακονήσει από το κελί του τον πονεμένο και εκκοσμικευμένο άνθρωπο του περασμένου αιώνα, δεν υπήρξε πράξη που πήγαζε από κενοδοξία, αλλά ύστερα από Θείο Κάλεσμα. Ο Θεός δεν ήθελε να αφήσει τον άνθρωπο του 20ου αιώνα αβοήθητο, κάτω από τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ηθικής κραιπάλης, και έτσι έστειλε στους Έλληνες το Γέροντα Παΐσιο, το Γέροντα Πορφύριο (που αυτοί οι δύο Γέροντες επικοινωνούσαν πνευματικά, χωρίς να τους επηρεάζει ή να τους κωλύει η απόσταση), έστειλε το Γέροντα ΙάκωβοΤσαλίκη, το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο από τα νησιάσας, την Πάρο, και τόσους άλλους.

Ο κόσμος πήγαινε στον Άγιό μας διασχίζοντας τα δύσβατα μονοπάτια του Αγίου Όρους, και φτάνοντας στο κελί του, εκείνος τον περίμενε στα ξύλινα σκαμπό και σε μπάγκους.Επίσης, στην είσοδο του κελιού, έξω από τον φράχτη, μπορούσαν να κεραστούν με τα θρυλικά λουκούμια που ο ίδιος ο Γέροντας έβαζε σε μπολάκια.

Οι ψυχές αυτές που προσέρχονταν στο κελί του Αγίου Γέροντα, γνώριζαν για την αγιότητα και για τη χάρη του. Εναπόθεταν στον πατέρα Παΐσιο τον πόνο τους, τη στενοχώρια τους, τα όνειρα τους, τους λογισμούς τους, τα λάθη τους, και λάμβαναν από τον Άγιο τις ανάλογες συμβουλές, παρηγοριές, λόγια αγάπης που έδιωχναν αμέσως κάθε στενοχώρια, έλυναν κάθε πρόβλημα, και γέμιζαν τις ψυχές των ανθρώπων με πίστη, ελπίδα και αγάπη προς το Θεό.Οι ομάδες πιστών που επισκέπτονταν τον Άγιο Γέροντα, μιλούσαν μαζί του, συνήθως όλοι οι επισκέπτες μαζί, και μέσα από το διάλογο εκείνον, ο καθένας από αυτούς λάμβανε το μήνυμα που του έστελνε ο Θεός δια μέσου του στόματος του Αγίου Παϊσίου. Βέβαια, πολλές φορές τον επισκέπτονταν άνθρωποι που ήταν αδιάφοροι και πήγαιναν από περιέργεια να δουν ποιος είναι αυτός ο Άγιος Γέροντας, σε αυτούς με τον λόγο του, τους έκανε να αναδείξουν ερωτήματα και αναζητήσεις για το Θεό, και φυσικά να φύγουν συγκλονισμένοι, και με τις ψυχές τους έτοιμες να δεχτούν το Χριστό ως συνοδοιπόρο και Σωτήρα στη ζωή τους. Όπως καινα τον επισκεφτούν κακόβουλοιεπισκέπτες∙ -για παράδειγμα κάποιοι σατανιστές-σε αυτούς ήταν αρνητικός, και με πολιτισμένο και ωραίο τρόπο τους έδιωχνε.

Πέραν των πολλών επισκέψεων δεχόταν ο Άγιός μας πλειάδα επιστολών από ψυχές που δεν μπορούσαν να τον επισκεφθούν, ιδίως γράμματα γυναικών που του έγραφαν το πρόβλημά τους. Όπως, άλλωστε, είχε ένα κουτί κι έξω από το κελί του, ώστε οι άνθρωποι που δεν τον έβρισκαν για κάποιο λόγο, να ρίχνουν ένα μικρό σημείωμα, προκειμένου να το διαβάσει ο Άγιός μας. Ο Άγιος Παΐσιος δεν απαντούσε στις επιστολές αυτές που είτε του έστελναν είτε του έριχναν στο κουτί έξω από το κελί του∙ αλλά τους βοηθούσε όλους με την προσευχή του!Υπάρχουν μαρτυρίες βέβαια που μας αναφέρουν ότι τα πρώτα χρόνια που ήταν ο Άγιός μας στην Παναγούδα, απαντούσε σε κάποιες από τις επιστολές, αλλά με την πάροδο του χρόνου προτιμούσε να απαντάει σε όλους με την προσευχή.

Μία ανακοίνωση που είχε αναρτήσει έξω από το κελί ο Γέροντας στις αρχές του 1986, έλεγε: «Γράφετε τι θέλετε, ρίξετε το σημείωμα στο κουτί και θα σας βοηθήσω περισσότερο με την προσευχή παρά με τις πολυλογίες. Έτσι θα έχω χρόνο να βοηθήσω και περισσότερους πονεμένους. Εδώ φυσικά ήρθα για προσευχή και όχι για να κάνω το δάσκαλο». Από τα παραπάνω λόγια διαπιστώνουμε ξεκάθαρα ότι ο Άγιος μας δεν επιθυμούσε να κάνει δημόσιες σχέσεις, ούτε είχε πέσει στην παγίδα του γεροντισμού, δηλαδή στο να μαζεύει κόσμο και να προσποιείται τον Άγιο έχοντας κρύψει με το προσωπείο του ευσεβούς και άγιου μοναχού τη μεγάλη και φθοροποιό αμαρτωλότητά του.Αντιθέτως, επεδίωκε να ακούει ή να διαβάζει τον πόνο αυτών των ανθρώπων δίνοντας σύντομες και ουσιώδεις απαντήσεις, και φυσικά προσευχόμενος για όλους εκείνους. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο για το Γέροντα και η ανάσα ζωής για τους επισκέπτες του.

Ο Άγιος στενοχωριόταν πάρα πολύ με αυτά που άκουγε και διάβαζε από τις επιστολές που λάμβανε. Τρία ήταν, όπως έλεγε, αυτά που κυριαρχούσαν στα προβλήματα του κόσμου: οι οικογένειες που μάλωναν και έφθαναν στο διαζύγιο, ο κόσμος που έπασχε από κάποια ψυχασθένεια είτε που υπέφερε από τον καρκίνο.

Η ημέρα για τον Άγιό μας ήταν αφιερωμένη στο συνάνθρωπο και η νύχτα στο Θεό, προσευχόμενος σε Αυτόν, με ελάχιστες ώρες ανάπαυσης. Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές εκκλησιαζόταν στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου ή στις γύρω σκήτες.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβη το 1988 στο κελί του Αγίου Παϊσίου, όταν του φανερώθηκε η Αγία Ευφημία, όπως απεκάλυψε σε πνευματικά του τέκνα ο Άγιος.

Είχε επιστρέψει από τον κόσμο στο κελί του, που είχε βρεθεί εκεί για να δώσει τη θεολογική του άποψη, κατά την περίοδο που είχε ξεσπάσει το εκκλησιαστικό ζήτημα με τον αείμνηστο Τρίτση. Η Αγία Ευφημία τον επισκέφθηκε στο κελί του περίπου στις 10 το πρωί. Κατ’ αρχήν σιγουρεύτηκε ο Άγιος, ότι όντως ήταν η Μάρτυς Ευφημία βάζοντάς την πρώτα να επικαλεστεί το όνομα της Αγίας Τριάδας και να προσκυνήσει το ναό του κελιού. Στη συνέχεια κάθισε με την Αγία στο κελί, και εκείνη του έλυσε την απορία που είχε για το τρέχον εκκλησιαστικό ζήτημα. Κατόπιν, του διηγήθηκε τη ζωή και τα μαρτύριάτης. Ο Γέροντας ήξερε μεν την ύπαρξη της Αγίας Ευφημίας, αλλά το βίο της δεν τον γνώριζε.

Η παρουσία αυτή της Αγίας στον Άγιο Γέροντα υπήρξε ένα μεγάλο γεγονός.Ένιωθε ότι δεν θα μπορούσε να εξοφλήσει ποτέ αυτήν τη μεγάλη υποχρέωση στην Αγία Ευφημία.

Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη, με την οποία έκανε πρεσαριστέςεικονίτσες, τιςοποίες μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές προς τιμήν της Αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού, όπως έλεγε. 

Ο Άγιός μας δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γράψει τέσσερα βιβλία κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τα βιβλία ήταν τα εξής: Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986), Ο ΆγιοςΑρσένιος ο Καππαδόκης (1991), και Οι Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993), βιβλία που μας παρουσιάζουν τη βιογραφία μεγάλων σύγχρονων Πατέρων της Εκκλησίας. Το τέταρτο βιβλίο Οι Επιστολές (1994)απευθύνεται σε υποψήφιους μοναχούς και σε μοναχές, και τους δίνει οδηγίες πώς να αρχίσουν τη μοναστική τους πορεία και πώς να είναι επιμελείς μοναχοί. Και τα τέσσερα βιβλία είναι σε πολύ απλή γλώσσα γραμμένα, και διαβάζοντάς τα γνωρίζει κανείς πραγματικά τον Άγιο Παΐσιο.

Δεν άργησαν όμως να εμφανιστούν τα προβλήματα υγείας που θα ήταν αιτία να ταλαιπωρηθείο Άγιος Γέροντας και θα αποτελούσαντην αφορμή να εισέλθει στην Επουράνιο Βασιλεία, δίπλα στο Θεό Πατέρα.Από το 1988, ο Άγιος Παΐσιος υπέφερε από το έντερό του έχοντας διαρκώς διάρροια. Ύστερα από συστάσεις των γιατρών να προσέχει τη διατροφή του, έτρωγε μονάχα ελαφριά γεύματα. Παρά ταύτα, οι διάρροιες δεν σταματούσαν, με αποτέλεσμα οι υποψίες των θεράποντων γιατρών να πέσουν στο νερό, θεωρώντας ότι ενδεχομένως να μην είναι καθαρό, και ότι ίσως να ήταν τελικά αυτή η αιτία που υπέφερε από το έντερό του. Οι διάρροιες κατέληξαν πολύ γρήγορα να γίνουν μικρές αιμορραγίεςαπό το έντερο, οι οποίες σταδιακά αυξήθηκαν και υπέφερε συχνότερα κι εντονότερα.

Δυστυχώς, ο Άγιος δεν ήθελε να δεχτεί την ιατρική βοήθεια από γιατρούς που τον επισκέπτονταν πολύ συχνά, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνει καμία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Το 1993 οι αιμορραγίες αυξήθηκαν σε ποσότητα και συχνότητα, με αποτέλεσμα η κατάσταση να επιδεινωθεί πάρα πολύ. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή του 1993 ήταν μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον Άγιο. Νήστευε πολύ αυστηρά, και έτσι εξαντλήθηκαν όλες οι δυνάμεις του. Όλη τη νύχτα δεν μπορούσε να ξεκουραστεί λόγω του έντονου πόνου και των συχνών αιμορραγιών. Την ημέρα τον επισκέπτονταν προσκυνητές, και παρόλο που τους μιλούσε για την κατάσταση της υγείας του, αυτοί ανέμεναν επί ώρες για να τον δουν.   

Η κατάσταση αυτήδιήρκεσε μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1993, οπότε βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιο Όρος, με σκοπό να επισκεφθεί την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, για να παραστεί στην εορτή του Αγίου Αρσενίου, όπως συνήθιζε κάθε χρόνο. Και ενώ μετά από μερικές ημέρες αποφάσισε να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, έπαθε μία κρίση από τον όγκο που είχε ο Άγιος στο έντερό του.Έτσι, εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη και να κάνει εξετάσεις στο Θεαγένειο Νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε η ύπαρξη του όγκου, σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού, στο τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου. Ο Άγιός μας γνώριζε ότι έπασχε από καρκίνο, το ήξερε προτού του το ανακοινώσει ο γιατρός, αλλά δεν τον περιέβαλλε κανένας φόβος, ούτε για τον πόνο, ούτε για το θάνατο. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που έλεγε για την πάθησή του: «Όταν κάποιος έχει καρκίνο ή οποιοδήποτε άλλο μεγάλο πρόβλημα –και καίγεται– και παρ’ όλα αυτά δεν ενδιαφέρεται για τον εαυτό του, αλλά παρακαλεί το Θεό για τους άλλους, τότε και ο Θεός συγκινείται! Τότε, κατά κάποιον τρόπο, ο άνθρωπος έχει κάποιο πάτημα, γιατί λέει και ο Χριστός: ‘‘Να, για τον εαυτό μου δεν με ενδιαφέρει και δεν ζητώ τίποτα, όμως Σε παρακαλώ, βοήθησε τους άλλους’’, κι έτσι ο Θεός βοηθά». Αυτά τα λόγια έλεγε σε όλους εκείνους που πήγαιναν να τον παρηγορήσουν, όπως συνηθίζουμε να κάνουμε όλοι μας σε αυτούς που πάσχουν από τη νόσο του αιώνα.

Ο Άγιος ακολούθησε τις οδηγίες των γιατρών, και προέβη σε ακτινογραφίες, ώστε να συρρικνωθεί κάπως ο όγκος και στη συνέχεια να ακολουθήσει χειρουργική επέμβαση. Στην αξονική τομογραφία που του έκαναν, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ευμεγέθους όγκου στο ήπαρ και δύο μικρών όγκων στον πνεύμονα. Παρόλα αυτά, η εγχείρηση κρίθηκε αναγκαία.

Ο Άγιος δέχτηκε δύο χειρουργικές επεμβάσεις, μία στις αρχές του Φεβρουαρίου 1994 και τη δεύτερη στα μέσα Απριλίου του ιδίου έτους. Όμως, διαπιστώθηκε μετά τη δεύτερη εγχείρησηότι οι μεταστάσεις στο ήπαρ και στους πνεύμονες είχαν εξαπλωθεί.

Οι γιατροί τού ανακοίνωσαν ότι δεν υπήρχε μεγάλο περιθώριο ζωής∙ θα ήταν το πολύ ένα τετράμηνο. Όταν το άκουσε ο Γέροντας, είπε χαμογελώντας: «Καλά, νωρίτερα δεν γίνεται; Πρέπει να περιμένω τόσους μήνες;» Ο Άγιος περίμενε τη στιγμή που θα έφευγε από τη μάταιη αυτή ζωή, όχι από απογοήτευση, αλλά από Θείο Ζήλο για να πάει δίπλαστο Θεό Πατέρα.

Ο Άγιος Παΐσιος είχε αποφασίσει, στις 13 Ιουνίου να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ώστε να άφηνε εκεί την τελευταία του πνοή. Στο μεταξύ,όμως, του προέκυψε ένας υψηλός πυρετός με δύσπνοια, κι έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη αναβάλλοντας το ταξίδι της επιστροφής του.

Η υγεία του επιδεινώθηκε λίγο πριν το τέλος Ιουνίου, και οι γιατροί τού ανακοίνωσαν ότι το περιθώριο της ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες ακόμα. Ο Άγιός μας βρισκόταν στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή ετοιμαζόμενος να αντικρίσει το Θεό Πατέρα, και δίνοντας την ευχή του στον κόσμο που τον αγαπούσε και είχε ευεργετηθεί από αυτόν. Στις 9 Ιουλίου δέχτηκε έναν Αρχιερέα, ο οποίος είχε πάει να τον επισκεφθεί, και του ζήτησε να τον εξομολογήσει και να του διαβάσει κάποια ευχή.

Τη Δευτέρα, 11η Ιουλίου 1994, εορτή της Αγίας Ευφημίας, με την οποία είχε συνομιλήσει και την οποία ευλαβούταν πάρα πολύ, ο Άγιός μας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός στο κρεβάτι του. Η νύχτα εκείνη, 11 προς 12 Ιουλίου ήταν πολύ δύσκολη για τον Άγιό μας, καθώς την πέρασε με αρκετούς πόνους. Ο Κύριός μας ετοίμαζε το δρόμο για να τον δεχτεί στηθριαμβεύουσα Εκκλησία.Την Τρίτη, 12 Ιουλίου, παρέδωσε ο Γέροντας την ψυχή του στον Κύριο, τον οποίο αγάπησε και υπηρέτησε από τη νεαρή του κιόλας ηλικία.Την επομένη ενταφιάστηκε ταπεινά στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, κατόπιν επιθυμία του, όπως και να μην γίνει ποτέ εκταφή των λειψάνων του.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, όπως έχει πει πρόσφατα ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης, φέρει διπλή ιδιότητα, του Αγιορείτου και του Καππαδόκου. Συνέχισε την περίφημη ασκητική Καππαδοκική παράδοση, η οποία έχει την αρχή της στο Μεγάλο Βασίλειο και εκτείνεται μέχρι των ημερών του περίφημου Χατζηγεώργη και του αναδόχου του Αγίου, του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου. Και φέρει επίσης την ιδιότητα του Αγιορείτου ζώντας το μοναχισμό δίπλα σε μεγάλους ταπεινούς Πατέρες, όπως στο μακαριστό Κύριλλο και στον Άγιο για όλους μας Παπά-Τύχωνα, ομοίωςβιώνοντας εκεί μεγάλα θαυμαστά γεγονότα, όπως τη φανέρωση της Αγίας Ευφημίας.

Ο Άγιος Παΐσιος υπήρξε μία εκκλησιαστική προσωπικότητα μεγίστης ολκής. Εισήχθη στο Άγιο Όρος, αφιέρωσε εξ’ ολοκλήρου τη ζωή του στην Εκκλησία, γαλουχήθηκε δίπλα σε μεγάλους σε πνευματικό επίπεδο Αγιορείτες Πατέρες έχοντας πάντα ως πρότυπο τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη και όλους τους Αγίους της Εκκλησίας μας. Η μεγάλη άσκηση αυτή του Αγίου μας, τον οδήγησε στο να προικιστεί από τοΘεό Πατέρα με πολλά χαρίσματα. Στη συνέχειαέλαβε τη Θεία Κλήση να είναι δίπλα στο λαό του Θεού, να υπάρξει συνοδοιπόρος στον πονεμένο κόσμο με το προορατικό και διορατικό χάρισμα που του παρεσχέθη δικαίως. Τα χαρίσματα αυτά βοήθησαν αμέτρητες ψυχές. Πήγαιναν οι πιστοί στο κελί του, ήξερε ήδη ποιος ήταν ο καθένας, και του έδινε απαντήσεις στα ερωτήματά του, χωρίς ακόμα να τα έχει ακούσει! Η προσευχή του πλειστάκις ήταν αρκετή για να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων παρακαλώντας μέσω αυτής τοΘεό να βοηθήσει τις ψυχές εκείνες. Οι εν λόγω άνθρωποι διαπίστωναν ότι η προαναφερθείσα συμβολή του Αγίου Παϊσίουείναι η αιτία να αλλάξει η ζωή τους,όπως για παράδειγμα να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα υγείας τους, στο οποίο δεν υπήρχε θεραπεία, να βρεθεί λύση σε οικογενειακά θέματα,κ.ο.κ.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε, τέλος, και το προφητικό του χάρισμα. Είναι γνωστές σε όλους μας οι προφητείες που έχει κάνει ο Άγιος για την Πατρίδα μας. Αγαπούσε πολύ την Ελλάδα, και πάντα προσευχόταν γι’ αυτήν. Διαβάζοντας κανείς τις προφητείες αυτές σήμερα, νομίζει ότι ο Άγιος ζει στο σήμερα. Δεν επιθυμώ,όμως, να κάνω άλλες αναφορέςστις προφητείες του, λόγω των δύσκολων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών καταστάσεων που βιώνει η Χώρα μας σήμερα, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Μπορεί να ανατρέξει όμως κανείς και να διαβάσει ένα χειρόγραφο κείμενο του Αγίου μας, με τίτλο «Τα σημεία των Καιρών», που γράφτηκε το 1987. Εκεί μπορεί αμέσως να διαισθανθεί και να καταλάβει κανείς το προφητικό του χάρισμα. Το εν λόγω κείμενο βρίσκεται διαθέσιμο και στο Διαδίκτυο.

Έχοντας υπόψη ο Παναγιώτατος Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, τη ζωή, τη δράση, τα πλούσια χαρίσματα του ΓέροντοςΠαϊσίου, και πρωτίστως ότι στη συνείδηση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας μας είναι Άγιος(όχι μόνον των Ελλήνων, αλλά και των απανταχού Ορθοδόξων), στις 13 Ιανουαρίου 2015 τον   κατέταξαν στο χορό των Αγίων μας, με ημέρα μνήμης του τη 12η Ιουλίου εκάστου έτους, ως ημέρα της κοιμήσεώς του.

Σε δύο ημέρες από σήμερα θα εορτάσουμε για πρώτη φορά επίσημα τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, ως Άγιο.Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος θα βρίσκετε στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, προκειμένου να προεξάρχει των Ιερών Ακολουθιών επί την πρώτη πανήγυρη της εορτής του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου εκεί που βρίσκεται ο τάφος του. Ενώ παράλληλα η απανταχού Ορθόδοξη Εκκλησία θα ψάλλει το Απολυτίκιό του, την Ακολουθία του και τον Παρακλητικό του Κανόνα. Εύχομαι σε όλους μας, ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, να είναι πάντα παρών στηζωή μας! Εμείς ας τον επικαλούμεθα διαρκώς με πίστη, αγάπη κι ελπίδα, και εκείνος θα είναι δίπλα μας, ανάμεσά μας, και διαμεσολαβητής υπέρ ημών στο Θεό Πατέρα! Αμήν!

 

Newsletter

Στείλε το σε ένα φίλο